νευρείλημα

νευρείλημα
το анат. неврилемма, оболочка нервных клеток

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "νευρείλημα" в других словарях:

  • νευρείλημα — το (ιστολ.) έλυτρο που περιβάλλει τις νευρικές ίνες, συνήθως πολλές μαζί, και εξασφαλίζει τη θρέψη τους, αλλ. έλυτρο τού Σβαν. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. neurilema < νευρ(ο) * + είλημα «κάλυμμα». Η λ. μαρτυρείται από το 1836 στον Δ.… …   Dictionary of Greek

  • νευρειληματικός — ή, ό [νευρείλημα] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο νευρείλημα …   Dictionary of Greek

  • Σβαν — ο, Ν φρ. α) «έλυτρο τού Σβαν» ανατ. το σύνολο τών νευρογλοιακών κυττάρων τα οποία περιβάλλουν τις νευρικές αποφυάδες, ιδίως τον νευράξονα, και περιελίσσονται συχνά γύρω τους πολλές φορές, αλλ. νευρείλημα β) «κύτταρα τού Σβαν» ανατ. τα… …   Dictionary of Greek

  • μυόλεμμα — και μυείλημα, το ανατ. διαφανές σωληνώδες υμενώδες έλυτρο που περιβάλλει εγκαρσίως καθεμιά γραμμωτή μυϊκή ίνα, αλλ. σαρκείλημα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μυόλεμμα είναι αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. myolemma (< μυς, μυός «όργανο τού σώματος» + λέμμα*… …   Dictionary of Greek

  • νευρ(ο)- — α συνθετικό πολλών επιστημονικών ιατρικών όρων τής Νεοελληνικής που προέρχονται από το ουσ. νεύρο και εισήχθησαν στην Ελληνική ως αντιδάνεια από την ξεν. ορολογία (νευρομυελίτιδα, πρβλ. αγγλ. neuromyelitis νευροτομία, πρβλ. αγγλ. neurotomy… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»